Αδελφοί μου.

Στην Εκκλησία έχουμε τη λέξη Διακονία. Η Διακονία έχει χριστοκεντρικό περιεχόμενο. Γιατί είναι μια λέξη που την έννοιά της την υποστασίασε στο πρόσωπό του ο Χριστός μας. Αυτός είπε: «Ουκ ήλθον διακονηθήναι αλλά διακονήσαι» – δεν ήλθα για να υπηρετηθώ αλλά για να υπηρετήσω. Και αυτή η βασική αρχή, βγαλμένη μέσα από το Ιερό Ευαγγέλιο, γίνεται πράξη καθημερινή για κάθε έναν πιστό. Γιατί η έννοια της Διακονίας φέρνει κοντά δύο πρόσωπα, δύο ανθρώπους: αυτόν που διακονεί και αυτόν που διακονείται. Και εδώ το σπουδαίο, επίσης, είναι ότι, σύμφωνα με τη διδαχή της πίστεώς μας, αυτός που διακονείται δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, έστω κι αν φαίνεται πως είναι τέτοιος. Αυτός που διακονείται είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Γιατί Αυτός είπε: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Καταλαβαίνετε λοιπόν τώρα πόση απύθμενη διαφορά χωρίζει τις δύο λέξεις. Τον εθελοντισμό από τη Διακονία. Και πόσον η Εκκλησία δικαιούται να δώσει το παρόν, γιατί έχει να επιδείξει ένα έργο ζωής ολόκληρης, αιώνων ολόκληρων.

Από τότε που δεν υπήρχε η έννοια της κοινωνικής πρόνοιας, μέσα στο Βυζάντιο, την κοινωνική πρόνοια την είχε αναλάβει υπό την αιγίδα της και την ευθύνη της η Εκκλησία. Από τότε μέχρι σήμερα, σε δύσκολα χρόνια και σε εύκολα χρόνια, προσπαθούμε σαν Χριστιανοί να αγαπάμε όλον τον κόσμο. Ανεξάρτητα από τη θρησκεία που πρεσβεύει αυτός, από το χρώμα της επιδερμίδας που έχει, από τη γλώσσα που μιλάει, από τη φυλή στην οποίαν ανήκει. Πρώτα-πρώτα, μέσα στην Εκκλησία καταργήθηκαν οι διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Άλλο το ότι η επιρροή της Εκκλησίας χρειάστηκε να περάσουν πολλές εκατονταετίες, για να μπορέσει να επηρεάσει τον πολιτικό κόσμο· για να λάβει μέτρα νομοθετικά για την καθιέρωση της ισότητας ή, καλύτερα, της ισοτιμίας ανάμεσα στα δύο φύλα.

Ζούμε τον ανθρώπινο πόνο σε όλη την έκτασή του. Ζούμε πολλές φορές την έλλειψη των αισθημάτων. Ζούμε την απουσία ανθρωπιάς, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, ο οποίος, παρά ταύτα, καυχάται για τις επιστημονικές του προόδους. Για τις κατακτήσεις τις οποίες έχει κάνει στον τομέα του επιστητού, στην τεχνολογία και στην επιστήμη. Ο άνθρωπος τελικά αποδεικνύεται ότι, εάν εσωτερικά δεν καλλιεργείται, όλα τα άλλα είναι ψιμύθια τα οποία είναι απλώς προς το «θεαθήναι τοις ανθρώποις». Γι’ αυτό και πρέπει να πάμε στο βάθος να βρούμε την αιτία αυτής της κακοδαιμονίας, η οποία πλήττει τις κοινωνίες μας και μας χαρίζει την πικρή γεύση και την αίσθηση της απόρριψης της αγάπης μέσα στις διανθρώπινες σχέσεις.

Παρά ταύτα, όμως, υπάρχουν και οι νησίδες της ελπίδας. Αυτές που βλέπουμε και στη δική μας, ιδιαίτερα, κοινωνία. Ανθρώπους οι οποίοι, χωρίς να έχουν κανένα απολύτως συμφέρον, αλλά επειδή πιστεύουν σε κάποιες αρχές, και μάλιστα στις χριστιανικές αρχές της αγάπης και της αλληλεγγύης, δίνουν τον εαυτό τους, διακονώντας αυτούς που έχουν την ανάγκη τους. Και σήμερα η Εκκλησία μας έχει τη μεγάλη χαρά, συμμετέχοντας εις την προβολήν της έννοιας της Διακονίας, ή του εθελοντισμού αν προτιμάτε, να τιμά , συλλογικές και προσωπικές, ενίοτε, προσπάθειες, ανθρώπων οι οποίοι έβαλαν το γενικό συμφέρον παραπάνω από το ατομικό· που ξεπέρασαν τον ατομισμό· που ξεπέρασαν την ιδιοτέλεια· που ξεπέρασαν τα συμφέροντά τους. Ανοίχθηκαν σε σφαίρες, οι οποίες μετεωρίζουν τον άνθρωπο και τον πηγαίνουν δεξιά και αριστερά, για να βλέπει από ψηλότερα την κατάσταση αυτού του κόσμου. Σ’ αυτή την κοινωνία και σ’ αυτό τον κόσμο δεν χάθηκε η ελπίδα. Και μπορούμε να ελπίζουμε για ακόμη κάτι καλύτερο απ’ αυτό το οποίον υπάρχει. Γιατί, όντως, ανεξάντλητες είναι οι πνευματικές δυνάμεις, που είτε τελούν εν εφεδρεία είτε βρίσκονται στο στίβο ενός αγώνα καθαρά πνευματικού, έστω και αν έχει προεκτάσεις υλικές. Και είναι αυτό μια πολύ ελπιδοφόρα διαπίστωση για όλους μας.

Εάν έλειπε η αγάπη από τις κοινωνίες μας, τότε αυτή η ζωή θα ήτανε χωρίς νόημα. Η ιδιότητά μας ως χριστιανών θα ήταν επίσης χωρίς αντίκρισμα. Θα έμοιαζε μ’ ένα κίβδηλο νόμισμα, το οποίον δεν εκπροσωπεί, δεν αντιπροσωπεύει τίποτε. Αλλά, ας έχει δόξαν ο Θεός.

Υπάρχει και ο μικρός αυτός οργανισμός της«Εκκλησίας μας, ο οποίος μεταφράζει σε πράξη και σε έργα το λόγο του Κυρίου: “ουκ ήλθον διακονηθήναι αλλά διακονήσαι”. Μάλιστα, ο Κύριός μας, μάς είπε ότι ένας τσοπάνος που έχει εκατό πρόβατα, αφήνει τα ενενήντα εννέα που μένουνε στο μαντρί και τρέχει έξω να βρει το ένα, το οποίον έφυγε από το μαντρί, και δε γυρίζει πίσω στα ενενήντα εννέα, εάν δε βρει το ένα, το χαμένο, αυτό το οποίον λέγεται «πρόβατον απολωλός». Αυτή την παράδοση παρέλαβε η Εκκλησία μας και αυτήν εφαρμόζει.

Αγαπητοί μου, θέλω να εκφράσω τη μεγάλη μου ικανοποίηση, θέλω να ευχαριστήσω τους υπευθύνους της Εκκλησίας μας και να καλέσω και εσάς να υπηρετήσετε τον άνθρωπο.

Σε όλους σας εύχομαι Ευλογημένη Διακονία να έχουμε. Και στα έργα σας να έχετε πάντοτε, προ οφθαλμών, ότι η κοινωνία στην οποίαν δεν υπάρχει Διακονία, είναι κοινωνία απάνθρωπη. Χειροκροτούμε αυτούς που έχουν πάρει πρωτοβουλίες εθελοντισμού και Διακονίας μέσα στην κοινωνία αυτή. Τους συγχαίρω από τη θέση αυτή, τους επαινώ και τους ευλογώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου.

Ο Θεός εύχομαι να είναι πάντοτε μαζί σας.
ο Επίσκοπος Παφλαγονίας Σεραφείμ